Επιλογές


Μνημόσυνο πεσόντων 2015

Γιορτάζουν σήμερα

Τεύκρος Ανθίας (Κοντέα Κύπρου, 1903 - Κύπρος, 1968)5

 anemourion

 

Ποιητής. Γεννήθηκε στην Κύπρο, και το πραγματικό όνομά του ήταν Ανδρέας Τριαντάφυλλου-Παύλου. Ο Τεύκρος Ανθίας είναι μία τραγική μορφή των ελληνικών Γραμμάτων. Ήρθε στην Αθήνα λίγα χρόνια μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Περιπέτειες και οδύνες τον περίμεναν. Οι οικονομικές και, γενικότερα, οι αντικειμενικές συνθήκες ρίξανε τον Ανθία στην απόγνωση και στην αναζήτηση τεχνητών παραδείσων, όπως πολλούς νέους τής τότε εποχής. Κι' έζησε χρόνια πικρά. Μούσκεψε το ψωμί του στα δάκρυα και τον ύπνο του ράγισε ο τρόμος. Νηστικός κι' άστεγος, κουβαλούσε τα ράκη τής ψυχής του, βαριά κι' ασήκωτα, στα πάρκα και στα υπόστεγα τής Αθήνας. Τέλος ακολούθησε κοινωνικές ιδεολογίες και αισθανόμενος ιδεαλιστική έξαρση, αλλά και, έμφυτα, οπλισμένος με ισχυρή θέληση κατόρθωσε να δαμάσει την απόγνωση του, να γκρεμίσει τους φράχτες των τεχνητών παραδείσων και να βγει στο ζείδωρο οξυγόνο τής πραγματικής ζωής.

 

Με τη νέα αυτή φάση τής ζωής του, γύρισε πάλι στην πατρίδα του την Κύπρο, όπου εργάστηκε σ' εφημερίδες κι' αγωνίστηκε πλάι στους συμπατριώτες του με την ποίηση και την εθνική πολιτική δράση για τη λευτεριά τού νησιού. Αρκετά από τα τελευταία του χρόνια τα έζησε στο Λονδίνο. Στα 1963 επισκέφτηκε πάλι την Αθήνα. Ξαναείδε με συγκίνηση, μέρη τυλιγμένα στην πίκρα των νεανικών του χρόνων και φίλους παλιούς. Ο Τεύκρος Ανθίας πέθανε στην Κύπρο στα 1968. Στην πρώτη φάση της ποιητικής του ζωής, ο Τεύκρος Ανθίας, που εμφανίστηκε σαν ποιητής το 1928, εξέδωσε τις ακόλουθες ποιητικές συλλογές: Τα σφυρίγματα τού αλήτη, Τη Δευτέρα παρουσία, Άγιε Σατάν ελέησόν με, Το Πουργατόριο, Διψασμένος στην άβυσσο, Η έφοδος, Το τραγούδι τής Γης, Το ημερολόγιο τού CD.P., Το ορατόριο, Ραψωδία και άλλες. Λίγο πριν το θάνατο του, εκδόθηκαν στο Λονδίνο τα Άπαντά του (Anthias publication). Η ποίηση τού Τεύκρου Ανθία, ανήκει στην λεγόμενη κοινωνική ποίηση. Άστοχος όρος όμως, γιατί κοινωνική είναι όλη η Τέχνη, κοινωνική και προοδευτική, εξόν αν εξυμνεί τον πόλεμο, το έγκλημα, τη βία, τη διαφθορά. Η ποίηση τού Ανθία εκφράζει μια διαμαρτυρία, για την ανθρώπινη οδύνη, την προερχόμενη από κοινωνικές και οικονομικές υποδομές. Είναι μια ποίηση κριτικού και ουμανιστικού ρεαλισμού. Φορές-φορές καταλήγει σε πεζολόγα αγανάκτηση κι' εκφραστική απλότητα και άλλοτε πάλι πηγάζει γάργαρη άπ' τη βαθειά πηγή ενός γνήσιου ταλέντου. Και η οδύνη του, η άλλοτε οργισμένη και σαρκαστική, και άλλοτε κατάφορτη από στοχαζόμενη εγκαρτέρηση, μας δίνει ποίηση αληθινή. Μια από τις ευτυχέστερες στιγμές τής ποιητικής του δημιουργίας, ενσαρκώνει και το πασίγνωστο ποίημα του Αλήτης, πού έγινε γνωστό στο πλατύ κοινό, όσο κι οι Μοιραίοι τού Κώστα Βάρναλη. Χιλιάδες είναι αυτοί πού το ξέρουν και το απαγγέλλουν με ποιητική μέθη. Ο Αλήτης τού Τεύκρου Ανθία είναι από τα σημαδιακά ποιήματα τής νεοελληνικής ποίησης, και ζει πάντα στη μεγάλη ψυχή τού κοινού:

 

Ο ΑΛΗΤΗΣ

 

Αλήτη, απόψε είν' η βραδυά τόσο καλή! τόσο καλή! /

Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ' ένα παγκάκι, αλήτη.

/ Πλάτυνε η σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,

/ πούκανε ο άνθρωπος τη γη κι όλο το σύμπαν σπίτι.

Κι' όταν θα βρεις το λυτρωμό σ' ένα παγκάκι ξαπλωμένος

/ και θα σωπάσει ο σίφουνας κι' η θύελλα της ζωής σου,

/ αλήτη, δε θα πεις ποτέ πώς ήσουν κουρασμένος /

απ' τον αγώνα τον τραχύ της άρρυθμης ψυχής σου.

Δεν έχεις δάκρυα να θρηνής, ούτε κουράγιο να πονείς /

ούτε κραυγές υστερικές να σέρνεις πέρα, ως πέρα, /

είσ' ένα κύμα, σιωπηλός, μιας τρικυμιάς παντοτινής, /

πού γαληνεύει ανήσυχα στην ήσυχην εσπέρα.

 

Ο Αλήτης δεν ανέβηκε στης δόξας τα φτερά τυχαία. Είναι ένα ποίημα γεμάτο συγκίνηση, σκίρτημα ψυχής και στοχασμό μετουσιωμένο. Απλά, λιτότατα, εκφραστικά μέσα, χωρίς στολίδια και ωραιολογίες. Ο λόγος δε χρειάζεται στολίδια και παράσημα. Ο λόγος είναι ουσία. Κι' η ποίηση ουσία της ουσίας, φλόγα τού σπλάχνου και πεντάσταγμα τού νου. Τα πολλά παράσημα και τα πολλά στολίδια κρύβουν την έλλειψη ουσίας, την απουσία ομορφιάς:

κανένα δε θ’ αγγίζεις στην καρδιά/ απ' την καρδιά σου ο λόγος αν δεν αναβρύσει

Με την πρώτη λέξη, με την προσαγόρευση: «αλήτη», παρευθύς βλέπουμε μπροστά μας ολοζώντανο κι' ολόσωμο τον αλήτη. Ακολουθεί το χρονικό επίρρημα «απόψε» και ολοκληρώνει την παραστατικότητα και τη ζωντάνια. Αλλά και λειτουργεί σαν ενωτική, ψυχική γέφυρα με τον αναγνώστη ή τον όποιον απαγγέλτη τού ποιήματος, και το μεταβάλλει σε άνοιγμα της ψυχής του προς το δικό του «απόψε». Σε λίγο ξεπηδάει η ξέχειλη από παράφορο θαυμασμό επανάληψη; «είν' ή βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή». Και πέφτει τούτη η καίρια επανάληψη στην καρδιά μας, με αυξημένο αισθητικό βάρος, φτάνει μέχρι τα μύχια βάθη της και τη φορτίζει με τον αισθητικό ηλεκτρισμό της. Και αφού είναι τόσο καλή η βραδιά: «μπορείς να πας να κοιμηθείς σ' ένα παγκάκι, αλήτη». Με το δεύτερο στίχο και την επανάληψη, στο τέλος, του, τού προσηγορικού «αλήτη», ο θαυμασμός για την καλή βραδιά, δεν είναι αισθητικού χαρακτήρα. Είναι η χαρά τού αστέγου από τη ζωτική σημασία πού έχει γι' αυτόν η καλή βραδιά, γιατί τού επιτρέπει να πάει να κοιμηθεί σ' ένα παγκάκι. Γι' αυτό δε χρησιμοποιεί τη λέξη «ωραία». Χρησιμοποιεί τη λέξη «καλή», με το εννοιολογικό περιεχόμενο πού έχει στη νεοελληνική. Είναι καλή, στοργική, η βραδιά, αγαθή, με την καλοσύνη της επιτρέπει στον άστεγο να κοιμηθεί στο ύπαιθρο σ' ένα παγκάκι. Γενικά όμως, η ποίηση τού Τεύκρου Ανθία φτάνει σήμερα ν' αξιολογείται σαν το τελειότερο δείγμα (πλάι στα ποιήματα τού Βάρναλη) παραδοσιακής τεχνοτροπίας με σύγχρονο προβληματισμό. Είναι ό κοινωνικός ρεαλισμός στο αποκορύφωμα του, που τον συνέχισαν αργότερα ο Ρίτσος, ο Βρεττάκος κι' άλλοι, ακολουθώντας την τεχνοτροπία της λεγόμενης Νέας Ποίησης.

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ 1971

 

Η ποιητική «λαλιά» της Κύπρου και των αγώνων της

(της ΦΛΩΡΑΣ ΑΝΘΙΑ)

«Θυμούμαι από μικρό παιδί, τρία πράγματα για τον πατέρα μου. Πρώτο, σπάνια τον είδα στο σπίτι δίχως την πένα στο χέρι, δίχως ένα χειρόγραφο, δίχως απασχόληση με κάποια ιδέα. Δεύτερο, ήταν τρυφερός πατέρας και σύζυγος. Σαν πατέρας ήταν γεμάτος από ιστοριούλες, σκίτσα και ζωγραφιές που σχεδίαζε όταν μας έλεγε τις ιστορίες του. Τρίτο, η ζωή του ήταν γεμάτη από ανθρώπους, συνεδριάσεις, φίλους, επισκέπτες. Κι όμως όσο διανοούμενος κι αν ήταν παρέμεινε λαϊκός, φίλος όλων και ειδικά της εργατικής τάξης (αφού κι αυτός ήταν γέννημα φτωχής αγροτικής οικογένειας). Πίστευε στο ρόλο της εκπαίδευσης ως εκπαιδευτικός. Δεν παρέμενε πίσω από το γραφείο, ανέβαζε θεατρικά έργα, του άρεσε η διασκέδαση. Τον παρουσιάζω όπως τον είδα σε διάφορα στάδια της ζωής του, αλλά με στοιχεία από τη μητέρα μου, Αναστασία Ανθία, για τη ζωή του πριν μεταναστεύσει στην Αγγλία, το 1948, και από το έργο του, ένα από τα πιο σημαντικά στην κυπριακή και στην ελληνική λογοτεχνία. Τον Ανθία τον βλέπανε στην Κύπρο και στην Ελλάδα σαν τον ποιητή της Αριστεράς, μ' όλο που η ποίησή του είχε πλατιά εκτίμηση. Στην Κύπρο, παντού κάποιος - συνήθως άνω των 40 ετών - μπορούσε να απαγγείλει τουλάχιστον ένα ποίημά του. Από μικρό μαγαζάτορα, ως καφετζή, ως μουχτάρη μέχρι βουλευτές, διανοούμενους, ηθοποιούς και κυβερνητικούς εργάτες. Ο Ανθίας έχει αναγνωριστεί όχι μόνο ως ο ποιητής της Αριστεράς, αλλά της πονεμένης Κύπρου. Πρόσφατα συγκρίθηκε με τον Καζαντζάκη, τον Σαρτρ και άλλους ως ποιητής της υπαρξιακής ανησυχίας. Δεν παρέμεινε, ωστόσο, στον υπαρξισμό. Πολιτικοποιήθηκε και χρησιμοποίησε την ποίησή του σαν καταδίκη των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών που απανθρωπίζουνε και αλλοτριώνουνε την ανθρώπινη ζωή. Τα κύρια θέματα ήταν η ζωή, η αγάπη, η αντίσταση - ήρωές του, οι φτωχοί και καταπιεσμένοι. Ο ποιητής - όπως όλοι οι άνθρωποι- εξαρτούνται για την εξέλιξή τους από την κοινωνία και το στάδιο εξέλιξης της οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής της εποχής τους. Ο ποιητής, κάθε καλλιτέχνης, ξεχωρίζει από τους ανθρώπους με δύο τρόπους. Πρώτα, χρησιμοποιεί τα στοιχεία της εποχής του με τρόπο ανατρεπτικό - δηλαδή τα διαμορφώνει προς καινούριες κατευθύνσεις - και ξεπερνά τα όρια της εποχής δείχνοντας ξεκάθαρα το χαρακτήρα τους και συνειδητοποιώντας τα με δημιουργικό τρόπο. Ο καλλιτέχνης μιλά με τρόπους και μορφές που έχουν νόημα και για μελλούμενες γενιές. Δεύτερο δεν αντανακλά μονάχα την εποχή του, αλλά συνεισφέρει και στη διάπλαση και την αλλαγή της. Συνδέω το έργο του πατέρα μου με τη βιογραφία του, δείχνοντας πως και ο ίδιος, κάτω από ειδικές κοινωνικές καταστάσεις της οικονομικής και πολιτικής ζωής της χώρας του, της Κύπρου, και μετά σαν μετανάστης στην Αγγλία, όπως και στην προσωπική του ζωή, δημιούργησε ένα έργο που έσπασε τα όρια της εποχής του και χάραξε μια καινούρια δημιουργική περίοδο. Ο Ανθίας, γεννήθηκε ως Ανδρέας Παύλου στις 3 Απρίλη του 1903, στο χωριό Κοντέα της επαρχίας Αμμοχώστου. Ο πατέρας του ήταν γεωργός. Ο Ανθίας ήταν "ποιηταρούδιν νηστικό, παιδί της αλητείας", όπως λέει. Εγύριζε χωριά και πόλεις, τυπώνοντας και τραγουδώντας τα ποιητάρικά του για να συντηρήσει την οικογένεια. Ο πατέρας του, που είχε χάσει την περιουσία του, ήταν ντυμένος τη μαύρη βράκα με μάλλινη ζώνη στη μέση, με φουστανέλα κτλ. τραγουδούσε γεγονότα ή καταστάσεις που τον ενδιέφεραν και πρόσωπα σαν τον Βενιζέλο και τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Λέει σ' ένα ποιητάρικό του:

Σύναξα όλα αυτά τα χρήματα / για να πιάσω / να πάω στο γυμνάσιον σχολήν / για να σπουδάσω.

Μαθητεύει στο Εμπορικό Λύκειο της Λάρνακας το 1916-17, όπου τυπώνει και μεταδίδει ποιήματα σαν το "Ξύπνα λαέ", τα πιο πολλά δεκαπεντασύλλαβα, περιγράφοντας σκηνές πείνας, δυστυχίας, ορφάνιας κτλ. και έπειτα (1917-22) στο ιεροδιδασκαλείο Λάρνακας, όπου δημοσιεύει ποιήματα σε περιοδικά και εκδίδει την πρώτη ποιητική του συλλογή, τα Λουλούδια της αγάπης. Δουλεύει σαν δάσκαλος στη Χοιροκοιτία (1922-23) και μετά φεύγει για την Ελλάδα για να σπουδάσει φιλολογία. Λόγω οικονομικών δυσκολιών εργάζεται ως δάσκαλος στη Σπάρτη και μετά στο Σκλαβοχώρι (1924-1926). Στη Σπάρτη πρωτοβγάζει τα περιοδικά ΦΛΟΓΑ και ΣΠΙΘΑ. Επιστρέφει στην Αθήνα (1926), όπου αρχίζει η αλήτικη ζωή. Γυρίζει τις ταβέρνες με την παρέα του Βάρναλη, του Βουρνά και άλλους. «Αλήτης» άστεγος, μπήκε γρήγορα στον κύκλο της νέας δημιουργικής κατεύθυνσης της Αθήνας. Αυτή η εμπειρία του καταγράφεται στα Σφυρίγματα του Αλήτη (1928). Μια συλλογή με καινούρια φωνή, που τράνταξε την εποχή της, που παραμένει σημαντικός σταθμός στη νεοελληνική ποίηση και είναι γραμμένη στα πλαίσια ενός φιλολογικού υπαρξισμού - ο «αλήτης» αναζητεί τον αληθινό εαυτό του, ένα σύμπαν έξω από την αλλοτρίωση, τη μιζέρια. Ήρωας δεν είναι ο παραδοσιακός λεβέντης, αλλά ένας αλήτης, καταθλιμμένος, περίγελο δεσποινίδων και κυριών, που επισκέπτεται και πόρνες, βλέποντάς τις σαν θύματα. Υπάρχει πολύ κοινωνικό περιεχόμενο σ' αυτή τη συλλογή - κάτι που πολλοί κριτικοί περιφρόνησαν, όπως στο ποίημα Οι καταφρονεμένοι:

Φέρε μας, κάπελα, κρασί / κ' έλα με μας να πιεις και συ. / Ήρθαμε τώρ' απ' τη δουλειά, / μ’ άδειο μυαλό κι άδεια κοιλιά, / μες το πιοτό να ξεχαστούμε

(Ζωή που κάνουμε και μεις, μαρτύρια που τραβούμε!)(...).

Υπάρχουν όμως και ποιήματα ερωτικά και πιο φιλοσοφικά, ενώ η μορφή των ποιημάτων είναι παραδοσιακή, πολύ λυρική. Ο Αλήτης δεν μπόρεσε ακόμη να ορίσει τον εχθρό του. Λέει μόνο εκείνα που υποφέρει σαν στο Βακχικό:

Ήθελα απόψε να σου πως για τη λατέρνα / μα πού μ' αφήνουνε τα ντέρτια να σκεφτώ. / Αν θέλεις όμως, έλα κέρνα ξανακέρνα / ίσως μπορέσω στο πιοτό να ξεχαστώ.

Θα το καταλάβουμε αυτό καλύτερα, αν προσέξουμε πως δεν υπήρχε εργατικό κίνημα στην Κύπρο πριν φύγει ο Ανθίας για την Ελλάδα. Η περίοδος 1920-1930 είχε φτώχεια. Εξαιτίας και της αποικιοκρατίας, αυτή την περίοδο νέοι εργάτες εμφανίζονται στις πόλεις αναζητώντας διέξοδο απ' τη μιζέρια της αγροτικής ζωής. Είναι στο δεύτερο εξάμηνο του 1920 που αναπτύσσεται η εργατική τάξη και οργανώνεται σε συντεχνίες - το ΚΚΚ ιδρύεται στη Λεμεσό το 1926. Ο Ανθίας γυρίζει στην Κύπρο το 1930. Μπαίνει στο ΚΚΚ. Αφοσιώνεται στον αγώνα, χρησιμοποιώντας την πένα του σαν θαυμάσιο όπλο και αρχίζει να δημοσιογραφεί. Συμμετέχει στα Οχτωβριανά γεγονότα του 1931. Είναι ο πρώτος που συνέλαβαν (πυροβολήθηκε μάλιστα στο αριστερό χέρι και μας το έδειχνε ιστορώντας τα γεγονότα). Γράφει, από το 1930-1948, σε διάφορες εφημερίδες - συντάκτης της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ και μετά της ΠΡΩΪΑΣ. Το 1930 εκδίδει το Άγιε Σατάν, ελέησον με -καταδίκη μιας εποχής όπου κυριαρχεί το κέρδος, ο πόλεμος, η εκμετάλλευση, η κοινωνική ανισότητα και η υποκρισία. Το 1931 εκδίδει τη Δευτέρα Παρουσία, που έγινε αφορμή να αφοριστεί από την Εκκλησία. Ήρωές του είναι άνθρωποι εκμεταλλευόμενοι, οργισμένοι, επαναστατημένοι - και μέσω αυτών κατηγορεί ο ποιητής το Θεό ως προσωποποίηση του κακού, της καταπίεσης και αδικίας. Ένα έργο κοινωνικό και φιλοσοφικό, που παρουσιάζει όλους τους καταπιεσμένους της Γης. Το 1931 εκδίδει το Πουργατόριο και το 1934 το Διψασμένοι στην Άβυσσο". Στο Χάος (1936) ασχολείται με ανισότητες και τη νοοτροπία της σύγχρονης κοινωνίας. Στην Έξοδο (1937) καταδικάζει τις ψευδαισθήσεις της εποχής:

Μη μας μιλάτε για τη φρίκη των δραμάτων / που παίζονται στου κόσμου τη σκηνή.

Στην Άνοδο (1939) εκφράζει παγκόσμια προβλήματα, αλλά και προσωπικά. Το 1939 και το 1940 εκδίδει το Ιντερμέδιο και το Β Ιντερμέδιο - το δεύτερο περιλαμβάνει ποιήματα γραμμένα και σε ελεύθερο στίχο - εκφράζοντας και την προσωπική του ζωή. Είναι η εποχή του πρώτου του γάμου που τον κάνει δυστυχισμένο. Το 1940 και '41 εκδίδει το Βομβύκιο και τη Σερενάτα, από τα λυρικά ποιήματά του. Από το 1937 δουλεύει στην ΠΡΩΪΝΗ, διδάσκει στο Μελκονάν (Αρμένικο Κολέγιο), κάνει ραδιοφωνικές εκπομπές, προγράμματα στο ΜΑΓΙΚΟ ΠΑΛΑΤΙ και εκδίδει τον ΠΕΝΝΟΦΟΡΟ (εβδομαδιαίο σατιρικό περιοδικό). Το 1942 διαλύεται ο γάμος του και το 1943 παντρεύεται τη μητέρα μου, Αναστασία Ανθία, σύντροφό του ως το θάνατό του. Το 1941 εκλέγεται στην ΚΕ του ΑΚΕΛ. Το 1945 εκδίδει τα περιοδικά ΦΛΟΓΑ και ΣΠΙΘΑ και δουλεύει στο ΔΗΜΟΚΡΑΤΗ του κόμματος. Με την Ηρωική Συμφωνία (1942) υμνεί την ανατροπή των κοινωνικών θεσμών - είναι η εποχή της Εθνικής Αντίστασης και της ελπίδας για μια σοσιαλιστική Ελλάδα - τάσσεται υπέρ της απελευθέρωση της γυναίκας - κάτι πρωτοποριακό για την κυπριακή ποίηση - εκφράζει επαναστατικές ιδέες, εμπνευσμένος από τη Ρωσική Επανάσταση. Τα Σφυρίγματα του Αλήτη (1943) αισιοδοξούν, αλλά με μια μελαγχολία και πολλή λυρικότητα. Εκδίδει το Εκ βαθέων (1944), υμνώντας την απελευθέρωση. Στο Ανθρώπινο έπος (1945) υμνεί την ανθρώπινη ζωή. Είναι ένα επικολυρικό ποίημα, το πιο ώριμο ιδεολογικά. Λέγει: «αξίζουνε οι θυσίες για τα μεγάλα» και «ρίξε μέσα στον τάφο ό,τι πεθαίνει»” Τώρα εκφράζεται σε ελεύθερο στίχο, θέλοντας να απαλλαγεί από τα δεσμά του παραδοσιακού. Από το 1945 η ποίηση του Ανθία καταγράφει σύγχρονα γεγονότα, ειδικά την αντίσταση της Ελλάδας και Κύπρου, την ελπίδα για κοινωνική αλλαγή, την πάλη εναντίον της ξένης κυριαρχίας, για δικαίωση και ελευθερία. Στην Κυπριακή Ραψωδία (1946) λέει:

Μια πέτρα μέσ' στο πέλαγο είν' η γη μου

και

Ξένε, πατάς την πέτρα που δε σάλεψαν, τι φωνές θύελλες και τρικυμίες.

 

Από το 1930-1948 έγραψε πεζά, νουβέλες, θεατρικά έργα, διηγήματα, λαογραφικά κείμενα: Μπλακ Μαρία (1934), Ο γιόκας μας (1936), Το ταξίδι στον ήλιο (1940), Ζωντανή Κύπρος (1941). Εκδίδει το δίτομο Μουσικό Εγκόλπιο (Λαϊκά και επαναστατικά τραγούδια στη βυζαντινή και ευρωπαϊκή μουσική). Το 1948 πηγαίνει στο Λονδίνο με την οικογένειά του - εκδίδει τη ΦΛΟΓΑ και ΣΠΙΘΑ, κάνει εκπομπές στην Ελληνική Υπηρεσία του BBC με τον Μιχάλη Κακογιάννη και δουλεύει σαν ανταποκριτής του ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΥ Αλεξανδρείας και συντάκτης στο ΒΗΜΑ της παροικίας. Το 1953 είναι κύριος ιδρυτής της Ελληνικής Σχολής Λονδίνου, όπου δουλεύει τα βράδια σαν δάσκαλος. Με το Τραγούδι της Γης (1951)και το SOS (1952) εκφράζει την ανησυχία του για το μέλλον της ανθρωπότητας. Το 1955 γυρίζει στην Κύπρο σαν συντάκτης στο ΝΕΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΗ. Συλλαμβάνεται στις 14 Δεκεμβρίου με 134 άλλα στελέχη του ΑΚΕΛ και μπαίνει στα κρατητήρια της Δεκέλειας. Γράφει το Ημερολόγιο του CDP (αυτό βάλαμε στον τάφο του στην Κοντέα). Λόγω καρδιακής προσβολής απελευθερώνεται και ξαναδουλεύει στη ΧΑΡΑΥΓΗ. Το 1957 γυρίζει στο Λονδίνο και δουλεύει στο ΒΗΜΑ. Το Ορατόριο (1961), που αφιερώνεται στον αγώνα της Κύπρου για απελευθέρωση και σε ήρωες λέει:

Μια χούφτα χώμα είν' το νησί μου στην απέραντη τη γη.

 

Το 1962 εκδίδει τα Άπαντά του και παρότι υποφέρει από την καρδιά του συνεχίζει την πολιτική και ποιητική του δραστηριότητα. Η Κυπριακή Τραγωδία (1965) είναι εμπνευσμένη από την Τηλλυρία και το διαχωρισμό Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων. Το 1966 εκδίδει την Λαμπρακιάδα για το Γρηγόρη Λαμπράκη, στενό φίλο του, που η δολοφονία του ήταν μια προσωπική πληγή για τον Ανθία. Το είχε καημό να του γράψει ένα τραγούδι, αλλά δεν έζησε να το χαρεί. Τον είχε συνοδέψει στο Μαραθώνα της Ειρήνης και του τραγουδά σαν υστερόγραφο, στους δίσκους που βγάζει στη μνήμη του:

Η δάφνη ως γίγαντας θα ζει / και θα φουντάρει η Νέα Ζωή / με το δικό σου το αίμα.

Οι τελευταίες του συλλογές είναι το Σ' αγαπώ (1966) και Αγρυπνώ για Σένα Ελλάδα (1967). Το Σ' αγαπώ ήταν εμπνευσμένο από την Αναστασία, μεγάλη συντρόφισσα της ζωής του, αλλά συμβολίζει και την αγάπη του για τη ζωή. Το Αγρυπνώ... καταδικάζει τη Χούντα. Η υγεία του χειροτερεύει. Πεθαίνει από καρδιακή προσβολή στις 8 Νοεμβρίου 1968 και κηδεύεται στο χωριό του Κοντέα, όπως επιθυμούσε. Νομίζω πως ο Ανθίας κατατάσσεται με ποιητές σαν τον Μπρεχτ, που βλέπουν τη δημιουργία τους σαν όπλο - προσφορά στον αγώνα και τη μορφή της εξαρτημένη από το θέμα και το στόχο της. Ο Ανθίας ήταν πρωτοπόρος στη μορφή που διάλεξε. Ήταν πρωτοπόρο πνεύμα - και πνευματικά και επαναστατικά. Δε φοβόταν την πάλη με τα καθιερωμένα, δε φοβόταν τη φτώχεια. Ήταν αφοσιωμένος πάντοτε στο καλύτερο αύριο. Αγαπούσε την οικογένειά του, τους φίλους του, την τέχνη, τον αγώνα. Ήταν διανοούμενος, αλλά πάντα άνθρωπος του λαού. Γι' αυτό και η ποίησή του μιλά και στον απλό αγρότη και στον διανοούμενο. Τελειώνω, με την ανάμνηση όλων εκείνων που τακτικά μου απαγγέλλουν ποιήματά του - από τα κρασοχώρια ως τη Μεσαορία».

 

Δημοσιεύτηκε 9th November 2014 από τον χρήστη nicostrim

 

Παρουσίαση βιβλίου "Κοντέα Εστί"

Μεταφραστής

Χορός 2015

Συνδέσεις

   

 logo Kondeas

 

Refugee Club Kondeas

Προσφυγικό Σωματείο η Κοντέα

2015