Επιλογές


Μνημόσυνο πεσόντων 2015

Γιορτάζουν σήμερα

Αντώνης Θ. Χωµατένος (1900 ή 1901-1948) 


Ο Α.Θ. Χωµατένος ήτο η προσωποποίηση της µόρφωσης. Η φιλοµάθεια, η βιβλιοφιλία και τα πνευµατικά χαρίσµατα, η µνήµη, το γρήγορο πνεύµα, τον κατέστησαν – κατά τον αείµνηστο Κωνσταντίνο Σπυριδάκιν που χρηµάτισε γυµνασιάρχης και Υπουργός παιδείας – τον πλέον µορφωµένο Κύπριο που δεν φοίτησε σε άλλο σχολείο εκτός του δηµοτικού. 
Η πνευµατική κίνηση που δηµιούργησε τότε στην Κοντέα ήτο µοναδική. ΄Ιδρυσε το πρώτο σωµατείο το 1928 και το ονόµασε ΟΜΟΝΟΙΑ. Το 1929 διοργάνωσε τους Β΄ παγκύπριους αγώνες στίβου που διεξήχθησαν µε µεγάλη επιτυχία (Πολυνίκης Σύλλογος βγήκε η “Λ.Α.Λ.Λ.”- Λέσχη Αγάπη Λαού Λύσης και πολυνίκης αθλητής κάποιος Χριστάκης Γεωργιάδης, που ανήκε εις τον σύλλογο Κοντέας. Μερικά ρεκόρ των αγώνων που θυµάµαι: άλµα εις µήκος , Καζής (Λαλλ) 5.70 µ. – άλµα τριπλούν, Μηνάς Λυσάνδρου, Λύση 12.20 µ. – άλµα επί κοντώ, Νικόλας Κασάπη, Λύση 2.90 µ, - Ελευθέρα δισκοβολία, Ξενής Σιακαλλή, Κοντέα 29 µ). 
Εκεί όµως που διέπρεψε ο Α. Χωµατένος, ήτο η πνευµατική άνοδος της νεολαίας του χωριού, µε θεατρικές παραστάσεις, οργάνωση γιορτών και άλλων πνευµατικών εκδηλώσεων, ως και αγώνων στίβου. 
Η πρώτη θεατρική παράσταση έγινε κατά το 1920-22, µε τον Κουτσιούκ Μεχµέτ. Το 1925 ανεβάστηκε Ο Μαύρος Καβαλλάρης, το 1929-30 Ο Ρήγας Φεραίος, το 1935 Ο ΄Εµπορος της Βενετίας, το 1938-39 Η αγάπη νικητής του ποιητή Παύλου Λιασίδη (που εδιδάχθη από τον ίδιον τον ποιητή). Μετά είχαµε το Χριστός Ανέστη, Ο ιατρός Μαυρίδης και άλλΑ. Ο Χωµατένος πάντα πρωταγωνιστούσε και διεκρίνετο διά την ηθοποιία του. 
Συνήθως, του Αγίου Χαραλάµπους, 10 του Φεβράρη, που γιόρταζε η εκκλησία του χωριού µας, είχαµε θεατρική παράσταση. Λόγω του ότι γιόρταζε η Κοντέα, εγίνετο µεγάλη συνάθροιση κι έτσι η παράσταση ετιµάτο µε την παρουσία πολλών ξένων από τα γειτονικά χωριά, κυρίως τη Λύση, µε την οποία υπήρχε συναγωνισµός και άµιλλα ποιος θα ανεβάσει καλύτερα θεατρικά έργα. 
Ο Χωµατένος πρωτοστατούσε πάντα. Αυτός θα εύρισκε το έργο, θα διένειµε τους ρόλους, θα το δίδασκε και θα ήτο και ο πρωταγωνιστής. Η διδαχή ήτο πραγµατική ιεροτελεστία. Ο Χωµατένος δεν ηρκείτο στη διδαχή, αλλά προχωρούσε και στην ερµηνεία του κειµένου, για να µπορέσει ο ερασιτέχνης ηθοποιός να αποδώσει. Θεέ µου, τι ξενύχτια εν µέσω χειµώνος. Πόση φλόγα είχε ο Χωµατένος για να µπορεί να µας θερµάνει στις κρύες νύχτες του Γενάρη, που συνήθως εγίνοντο οι πρόβες. Μέχρι τα µεσάνυχτα και µετά πολλές φορές, ο Χωµατένος στο πόδι να επιµένει και να υποµένει µέχρι ν΄ ακούσει και να δει την ερµηνεία που αυτός ήθελε. Κι αυτό κρατούσε από τις γιορτές των Χριστουγέννων - που συνήθως έβρεχε και είχαµε καιρό για να αντιγράψουµε και να µάθουµε τους ρόλους µας. Οπωσδήποτε ο Χωµατένος ήτο µια προσωπικότης σπάνια, ανεπανάληπτη θα έλεγα. 
Θυµάµαι το 1935 ανεβάσαµε επί σκηνής τον ΄Εµπορο της Βενετίας, του Σαίξπηρ βέβαια, που ο Χωµατένος είχε την τύχη να το δει στην Αθήνα, µε πρωταγωνιστή τον Αιµίλιο Βεάκη, τον κολοσσό αυτό της σκηνής. ∆εν ήθελε να υστερήσουµε. Τι κόποι και µόχθοι µε τα ανύπαρκτα µέσα που διαθέταµε. Και όµως από το µηδέν ο Χωµατένος, µε συνεργάτη τον εξάδελφο του Αντώνη Χρίστου, έφτιαχναν τα απαιτούµενα σκηνικά – µέχρι πίδακες πάνω στη σκηνή, µε ένα πολύ µεγάλο κλεφτοφάναρο για να παραστήσουµε το “Για δες το φεγγάρι ολόφωτο πώς λάµπει!”, όπως το ήθελε ο Σαίξπηρ. 
Ο Χωµατένος έκαµνε και λίγο τον ψάλτη, συνήθως έλεγε τον Απόστολο, διάβαζε πάντα τα αναγνώσµατα και τις προφητείες. Τη Μεγάλη Πέµπτη έψαλλε πάντα τους µακαρισµούς και τη Μεγάλη Παρασκευή απαραιτήτως την προφητεία και τον Απόστολο. Είχε ετοιµότητα πνεύµατος σπάνια, γι΄ αυτό ταίριαζε εύκολα τσιαττιστά στους γάµους. 
Ο Χωµατένος µπορούσε να κάµει παρέα και να µιλήσει µε οποιονδήποτε, από την πιο βαθιά κυπριακή ως τη δηµοτική, καθαρεύουσα, υπερ- καθαρεύουσα, ως και τα αρχαία ελληνικά. ΄Ηταν δε και διασκεδαστικός τύπος. Στους γάµους, σε διασκεδάσεις, βαφτίσια, σαν έλειπε ο Χωµατένος ήτο αισθητή η απουσία του. 
Ο Χωµατένος έµεινε άγαµος κι έτσι η έλλειψη οικογενειακών υποχρεώσεων τον καθιστούσε ελεύθερο για κοινωνική δράση. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έκανε τον µπακάλη-καφετζή, µια και δεν πήγαινε και καλά η κηπουρική που ασχολείτο προηγουµένως. 
Το καφενείο του ήτο το εντευκτήριο όσων ήθελαν να µορφωθούν, γιατί δεν έλειπαν ούτε τα βιβλία, αλλά προπάντων η γνώση και η καλή διάθεση του Χωµατένου. Τότε ιδρύθηκε το Α.Κ.Ε.Λ. και από τους ιδρυτές ήτο ο Τεύκρος Ανθίας, χωριανός επίσης και ο Γεώργιος Βασιλειάδης, ο µετέπειτα αρχιδικαστής, ο οποίος τότε έµενε και στην Κοντέαν. Οι χωριανοί επειδή εκτιµούσαν και αγαπούσαν και τον Ανθίαν και το Βασιλειάδη, που τότε ως δικηγόρος και σχεδόν χωριανός (επανδρεύθη την Τζιτζιέτταν Καρλέτι, κόρη της κας Εδµέ Καρλέτι, απόγονο των Λαπιέρ που είχαν την έπαυλη Κοντέας) βοηθούσε τους χωριανούς, γι΄ αυτό σχεδόν όλοι έγιναν µέλη του Α.Κ.Ε.Λ. 
Ο Χωµατένος όµως έµεινε ουδέτερος, ουδέποτε εδεσµεύθη από ιδεολογίες. ΄Ηθελε πάντα την ελευθερία σκέψης, γνώµης. 
Είχε πλούσια βιβλιοθήκη, που συνεχώς τροφοδοτούσε αγοράζοντας κάθε εκλεκτή έκδοση. Οι αρχαίοι µας κλασικοί, ο ΄Οµηρος, όλοι οι τραγικοί ποιητές και συγγραφείς, όλοι οι νεότεροι µέχρι των ηµερών του, είχαν τη θέση τους στη βιβλιοθήκη του. Επίσης όλοι οι εκλεκτοί ξένοι συγγραφείς και ποιητές. Ο Βιργίλιος, ο ∆άντης, ο Σαίξπηρ, ο Μίλτων, ο Γκαίτε και άλλοι. Η παγκόσµια δραµατολογία, η Ιστορία, η Ποίηση, η Μουσική κτλ. Κοσµούσαν µίαν από τις πλουσιότερες ως τότε ιδιωτικές βιβλιοθήκες. 
Λεξικά Ελληνικά, εγκυκλοπαιδικά ως του Ελευθερουδάκη, του “Πυρσού” ήταν εις την ηµερήσια διάταξη προς εµπλουτισµό των γνώσεων του Χωµατένου, ο οποίος δεν αρνείτο σε κανένα να παρέχει τις πλούσιες γνώσεις του επί παντός θέµατος. 
Γι’ αυτό ταχτικά τον περιτριγύριζαν όσοι ήθελαν να λύσουν οποιανδήποτε απορία. Ιστορική, θρησκευτική, ποιητική και ιδεολογική ακόµη. Σαν πεταλούδες γύρω από το φως, έτσι τους παροµοίαζα. Πόσες φορές δεν εκαίοντο από το δυνατό φως του Χωµατένου όσοι αντιφρονούσαν. ΄Οπως παίζει ο γάτος µε τον ποντικό, έτσι ήταν οι συζητητές µε το Χωµατένο. Ο Χωµατένος ήτο ο γάτος, αλλά χωρίς νύχια, γιατί ποτέ δεν πλήγωσε κανένα. Πάντα µε το χαµόγελο και όταν ακόµη η συζήτηση καµιά φορά έπαιρνε ύψος. Χρησιµοποιούσε στη συζήτηση τη διαλεκτική του Σωκράτη. Συµφωνούσε καταρχήν µε το συζητητή για να µπορέσει να τον πλησιάσει και ύστερα τον αναποδογύριζε. 
Ο Ανθίας, που όπως είπα και προηγουµένως ήταν συνοµήλικος και συµµαθητής του – στο δηµοτικό βέβαια – όταν ήταν παρών ο Χωµατένος πρόσεχε πολύ τα λόγια του. Πολλές φορές, µάλιστα, σταµατούσε και ρωτούσε το Χωµατένο: “δεν είναι έτσι Αντώνη;” Ή αν είχε καµιά απορία ρωτούσε το Χωµατένο. 
Καµιά φορά δεν συζήτησαν Χωµατένος και Ανθίας. Από σεβασµό, φιλία; Ήσαν πάντα σαν αδελφοί και πολλές φορές συµπλήρωνε ο ένας τον άλλον. 
Ο Χωµατένος ήτο ένας ανθρωπιστής από τους ολίγους, γι΄ αυτό όπως οι γνώσεις του ήταν σε πρώτη ζήτηση, έτσι και στο µπακάλικο όλη η φτωχολογιά εύρισκε στις δύσκολες ώρες την καλοσύνη του Χωµατένου, γι΄ αυτό τα δεφτέρια του ήταν γεµάτα “βερεσέ”, τα οποία ουδέποτε εισπράχθηκαν. 
Κάποτε ένας, που ήταν και φίλος του, του έκλεψε ένα κουτί γάλα, κάποιος τον είδε και το είπε στο Χωµατένο. Ο Χωµατένος τον πρόφτασε στο δρόµο και του λέγει: - τι έχεις στον κόρφο σου µωρέ Βασίλη; (Βασίλη τον έλεγαν). -΄Ενα κουτί γάλα, απαντά ο άλλος. – Γιατί το έκαµες, Βασίλη, ρωτά ο Χωµατένος. – Πεινώ, ρε Αντώνη. – Γιατί δεν µου ζήτησες; - Πόσες φορές ντρέποµαι πια. – Τώρα δεν ντρέπεσαι, του λέει ο Χωµατένος. Ο Βασίλης άρχισε να τραυλίζει. Ο Χωµατένος του λέει: - Να πάεις στο καλό και άλλη φοράν να µου ζητάς ό,τι θέλεις να µη κλέφτεις. 
Αυτά τα διηγήθηκε ο δράστης, ο Βασίλης δηλαδή, γιατί ο Χωµατένος ουδέποτε κατηγόρησε ούτε αυτούς που τον έβλαψαν. ΄Ηταν ανώτερος άνθρωπος. Γι΄ αυτό κάποιος χωριανός τότε που τα κόµµατα έδιναν και έπαιρναν (είχαµε τότε Ακελιστές, Πεκκιστές, Κοµµουνιστές, Κέκκους, Τροτσκιστές), είπε: - Να γίνουµε Χωµατενιστές αν θα σάσουν τα πράγµατα! Είχε δίκιο! 
Κάποτε, όταν ακόµα ασχολείτο µε την κηπουρική, έκαµε και το µεσίτη ενός εµπόρου από τα Βαρώσια, του Κ. Κουννά. Αγόρασε τότε για λογαριασµό του Κουννά αρκετά σταφύλια από την Κοντέα και τη Λύση ( Η συσκευασία τότε των σταφυλιών για εξαγωγή εγένετο ως εξής: Ο έµπορος παρήγγελλε στους “κοφινάρηδες, δηλ. Σ΄ αυτούς που κατασκεύαζαν κοφίνες, αρκετές ποσότητες τις οποίες διένειµε στους αµπελουργούς. Οι κοφίνες αυτές ονοµάζονταν “κοφίνες του καραβιού, γιατί προωρίζοντο να ταξιδέψουν µε καράβι. Η εξαγωγή εγένετο στις αραβικές χώρες. Οι αµπελουργοί, αφού τις γέµιζαν, µε σταφύλι βέβαια, τις “εκαλαθκιάζαν”, δηλ. Τους έβαζαν φύλλα του αµπελιού ή χόρτα πάνω από το σταφύλι και τις στερέωναν µε σσίζες, δηλαδή µε καλάµι µοιρασµένο, µάλλον σχισµένο στα τέσσερα. ΄Ετσι εγίνετο τότε η συσκευασία του σταφυλιού. ΄Οπως έλεγαν έφτανε σε κακά χάλια στον προορισµό του. ΄Ετσι ήταν στοιβαγµένο είκοσι µέχρι τριάντα οκάδες µέσα στην κάθε κοφίνα. Στο Βαρώσι όπου ήταν το λιµάνι που θα εγίνετο η φόρτωση, µετεφέρετο µε αµάξια. Εφορτώνετο από το αµπέλι το απόγευµα σαν τέλειωνε το γέµισµα και το καλάθισµα των κοφινιών και µετά τη δύση του ήλιου ξεκινούσαν για την Αµµόχωστο. 
Το αµάξι ήταν τότε το µοναδικό µέσο µεταφοράς. Το έσερναν συνήθως ένα µουλάρι ή και κάποτε δυο µουλάρια ή άλογο και παλαιότερα όλο βόδια. Το αµάξι που έσερναν τα βόδια ελέγετο “καρρέττα” και αυτό των µουλαριών κάρο.Η παρέλαση αυτών των µέσων της µεταφοράς του σταφυλιού κρατούσε πέραν του ενός ή και δύο µιλιών. Γιατί κάθε Πέµπτη που θα είχε πλοίο και θα εγένετο το φόρτωµα του «παµπορκού», όπως εσυνήθιζαν να λέγουν ,εγένοντο επίταξη όλα τα αµάξια της περιοχής που υπήρχαν αµπέλια, δηλαδή της Κοντέας, Λύσης, ‘Αρσους, Τρεµετουσιάς. Τη νύχτα, έτσι όπως έµπαιναν στη σειρά µε τα φανάρια κρεµασµένα, εφαίνετο ένας ατέλειωτος Γαλαξίας. 
Στην Αµµόχωστο έφθαναν πολύ πρωί οπότε άρχιζε η φόρτωση πάνω σε καράβια ή µικρά πλοία που προσέγγιζαν στην προκυµαία. Τα κοφίνια καταρχήν τα εφορτώνοντο χαµάληδες στη ράχη. 
Ο γράφων από πολύ µικρός απολάµβανε αυτό το ταξίδι µε το αµάξι πάνω από τα γεµάτα κοφίνια που εστρώνετο µια µεγάλη σακούλα µε άχυρο για να µη λιώνουν τα σταφύλια. Πόση χαρά, Θεέ µου, σαν µπαίναµε στο λιµάνι και αντικρίζαµε τη θάλασσα και τα λογής-λογής πλοία). 
Ο Χωµατένος έπρεπε να παρευρεθεί εκεί όπου θα εγίνετο το ζύγισµα και το φόρτωµα. Πώς τα έβγαζε πέρα µ΄ αυτές τις χιλιάδες κοφίνια, το καθένα µε τις οκάδες του και τον αµπελουργό που το γέµισε. Εθεωρείτο άσσος στη δουλειά αυτή. Μα κάποτε τα βρήκε σκούρα, ο έµπορος που αντιπροσώπευε χρεωκόπησε και οι αµπελουργοί ήξεραν τον Χωµατένο υπόχρεο να πληρώσει τα σταφύλια. Σε πολλούς δεν περνούσαν οι εξηγήσεις που έδινε ο Χωµατένος – καταλάβαιναν ότι η τιµιότης και η ακεραιότης του Χωµατένου ήταν αναµφίβολη – αλλά δεν ηρκούντο µ΄ αυτό. Μερικοί για να πληρωθούν έκλεφταν από το περβόλι του Χωµατένου ο,τιδήποτε. Ο Χωµατένος αγόγγυστος και µε το χαµόγελο εδέχετο τα δήθεν αντίποινα. 
Την εποχήν του πόλεµου του ’40 – ’45 ο Χωµατένος, όπως είπαµε, έκανε τον µπακάλη. Η κυβέρνηση, η αγγλική βέβαια, είχε διατιµήσει όλα τα τρόφιµα. Σπανίως όµως ένας µπακάλης πουλούσε στη διατίµηση, γιατί σχεδόν αγόραζε πάντα στη µαύρη αγορά και έτσι ήτο αναγκασµένος να πωλεί πάνω από τη διατίµηση. Ο Χωµατένος πώλησε µισή οκά κουκιά και πληρώθηκε µισό γρόσι ακριβότερο από τη διατίµηση. Ο πελάτης, που όπως εφάνη ήτο όργανο άλλου µπακάλη που ζήλευε το Χωµατένο, τον κατήγγειλαν, τον “ελαπορτάραν, όπως συνήθιζαν να λέγουν, και επειδή η συνωµοσία κατά του Χωµατένου ήτο καλά προετοιµασµένη, τον πήραν στο δικαστήριο και ο Χωµατένος καταδικάστηκε σε φυλάκιση, για λίγες µέρες βέβαια. 
Ο Χωµατένος αγόγγυστα εξέτισε την ποινή του. Μια από τις ηµέρες εκείνες τον επισκέφθηκα. Οι φυλακές τότε ήταν εις την εντός των τειχών Αµµόχωστο. ∆εν τον βρήκα στη φυλακή, ήτο έξω µαζί µε άλλους φυλακισµένους για να καθαρίσουν αρχαίους χώρους. Τους βρήκα δίπλα από την εκκλησία των Ελλήνων (Αγίου Γεωργίου), έτσι ελέγετο, µια µεγάλη εκκλησία µισοχαλασµένη. ∆εν εξεπλάγηκα όταν είδα το Χωµατένο στη µέση των δεσµοφυλάκων και των άλλων συγκρατούµενων του να τους κάνει διάλεξη για το µέρος που ευρίσκοντο. ∆εσµοφύλακες και συγκρατούµενοι εκρέµµοντο από το στόµα του Χωµατένου. Το ίδιο συνέβη και µε µένα, µε στόµα ανοικτό περίµενα να τελειώσει η διάλεξη για να χαιρετίσω και δώσω µερικά φαγώσιµα που πήρα στο φυλακισµένο Χωµατένο. 
Αυτός ήτο ο Χωµατένος, όπου βρισκόταν ενέπνεε σεβασµό µε τις γνώσεις και την ανθρωπιά του. 
Ως και στα αστεία του Χωµατένου υπήρχαν µια λεπτότης που ουδέποτε παρεξηγείτο. Θυµάµαι µια Σήκωση, µια παρέα, µαζί κι ο Χωµατένος, θέλησαν να µασκαρευτούν. Αλλά δεν ήτο µασκάρεµα, ήταν σωστό πανηγύρι-γάµος κι ό,τι άλλο περικλείει χαρά, γέλιο, πνεύµα, χιούµορ. ΄Ολο το χωριό επί ποδός για να χαιρετίσουν το πρωτότυπο αντρόγυνο µε τους πρωτότυπους βιολάρη και λαουτάρη. Λαουτάρης ήτο ο Χωµατένος, που την ασχήµια του θα την ζήλευε και ο Κουασιµόδος ή ο Ριγολέττος, βιολάρης ο εξάδελφός του Αντώνης Χρίστου. Θεέ µου, πόση έµπνευση τους έδωσε αυτούς τους ανθρώπους για να γίνει αυτό το ανεπανάληπτο. Εν µέσω ολόκληρου σχεδόν του χωριού αυτή η πρωτότυπη γαµήλιος ποµπή. Γαµπρός και νύµφη – και οι δύο βέβαια αρσενικοί – γιατί τότε, το 1930 περίπου ούτε κατά διάνοια να µασκαρευτούν γυναίκες. Αφού έκαναν το γύρο του χωριού µε χορούς και τραγούδια και άλλα αστεία, πάντα στο ύψος του Λαουτάρη γιατί αυτός ήτο η ψυχή της όλης τελετής. 
Εν τέλει ένα γαϊδούρι µε στρατούρι και δύο καρέκλες, µια στη µία πλευρά και µία στην άλλη, εδέχθησαν τους νεόνυµφους. Καθισµένοι τώρα κατευθύνθηκαν προς τη Λύση εν µέσω επευφηµιών. Φαίνεται ότι θα έγινε µεγάλη προετοιµασία. Το καπέλο του βιολάρη ήταν ένα πολύ πλατύγυρο µε καραόλους κρεµασµένους στο περίγυρο ως έξι – οκτώ ίντσες. Ο τσιγαροφόρος του ήτο πέραν των δύο ποδών µακρύς. Η δε καµπούρα του λαουτάρη εχρειάσθη µεγάλη υποµονή να γίνει. Η βράκα που φορούσε ήτο ανάλογη µε την καµπούρα. Οι ποδίνες του δε, δεν είδαν την µπογιά από τον καιρό που βγήκαν από το καλαπόδι, ήσαν δε φορτωµένες µε κουδούνια που βοηθούσαν το λαγούτο στο χρόνο και στο ίσον. Πόση τιµή, αλήθεια, τους δόθηκε για να χωρέσουν ένα Χωµατένο! 
Αυτός ήτο ο Χωµατένος σε αδρές γραµµές, όπου έβαλε χέρι του, ακόµη και στα πιο ταπεινά, άφηνε τη σφραγίδα του καλού, του µεγάλου! 

Αιωνία του η µνήµη. 

 

Παρουσίαση βιβλίου "Κοντέα Εστί"

Μεταφραστής

Χορός 2015

Συνδέσεις

   

 logo Kondeas

 

Refugee Club Kondeas

Προσφυγικό Σωματείο η Κοντέα

2015