Επιλογές


Μνημόσυνο πεσόντων 2015

Γιορτάζουν σήμερα

ΚΟΝΤΕΑ

Ιστορία – Γεωγραφία

Η Κοντέα είναι κτισμένη σε μέσο υψόμετρο 47 μέτρων και γεωγραφικό πλάτος 35ο 6΄ 15΄΄ Ν και μήκος 33ο 43΄ 0΄΄ Ε. Το τοπίο της είναι καμπίσιο με πολύ λίγες ανεπαίσθητες εξάρσεις. Από γεωλογικής άποψης, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι αποθέσεις της Πλειστόκαινης περιόδου, δηλαδή ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, άμμοι, χαλίκια, άργιλοι και αμμώδεις μάργες και οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν προσχωσιγενή εδάφη, τέρρα ρόζα (κόκκινη γη) και καφκάλλες.

Η Κοντέα βρίσκεται στο σημείο όπου ενώνονται τρία διαφορετικά εδάφη:

Στα βόρεια (Νιόλητα, Σίουρη, Δροσίστης, Πιστάτζιη κ.ά.) απλώνεται η ασπρογή της Μεσαορίας που αποτελεί και το μεγαλύτερο μέρος. Στα νοτιοδυτικά (Παλιοπραστειό, Δανάκα, Χατζιηλάρκιες, Αγλάσσικα) η γκριζογή των προπόδων του Τροόδους, καλύπτοντας το ένα τέταρτο του εδάφους της. Στα νοτιοανατολικά αρχίζει η κοκκινογή που φτάνει μέχρι τα Kοκκινοχώρια.

Η Κοντέα συνορεύει στα βόρεια με τη Σίντα (περίπου 6,2 χιλιόμετρα και συνδεόταν με χωμάτινο δρόμο, τώρα με άσφαλτο), στα βορειοανατολικά με το Πραστειό (περίπου 8,7 χιλιόμετρα), στα ανατολικά με τα Κούκλια (περίπου 3,1 χιλιόμετρα), στα νοτιοανατολικά με τη Μακράσυκα (περίπου 5,6 χιλιόμετρα), στα νότια με το Πέργαμος (περίπου 7 χιλιόμετρα) και στα δυτικά με τη Λύση (περίπου 3,1 χιλιόμετρα). Στα νοτιοδυτικά βρίσκεται ο μεσαιωνικός οικισμός της Αγλάσυκας, ο οποίος διαλύθηκε στις αρχές της Τουρκοκρατίας.  Οι περισσότεροι κάτοικοί του εγκαταστάθηκαν στη Λύση και μερικοί πιθανόν στην Κοντέα.

Ανατολικά του χωριού είναι το γνωστό σταυροδρόμι στο οποίο ενώνονται τρεις πόλεις της Κύπρου: στα ανατολικά η Αμμόχωστος, από την οποία απέχει 25 χιλιόμετρα, στα νότια η Λάρνακα που απέχει 19 χιλιόμετρα και στα δυτικάη Λευκωσία, από την οποία απέχει 35 χιλιόμετρα. Στα βόρεια ο δρόμος κατευθύνεται, μέσω Πραστειού, προς Λευκόνοικο και Ακανθού.

Η συνολική έκταση, διοικητικά όρια, του χωριού ανέρχεται στα 2000 εκτάρια, περίπου 20 τετραγωνικά χιλιόμετρα, η δε οικιστική περιοχή ανέρχεται στα 100 εκτάρια, περίπου ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο, με πλατιούς δρόμους και μεγάλες πλατείες. Η Κοντέα υπάγεται διοικητικά στην επαρχία Αμμοχώστου.  Εκκλησιαστικά όμως ανήκει στην Αρχιεπισκοπή.

Η ύπαρξη πλούσιων υπόγειων και τρεχάμενων υδάτων συνέτεινε στη δημιουργία πολλών περιβολιών. Είχε επίσης δύο υδραγωγεία, τα οποία αποτελούνταν από υπόγεια λαγούμια που ξεκινούσαν από τους πρόποδες του Τροόδους, μάζευαν το νερό και το διοχέτευαν στην Κοντέα. Η ύπαρξή τους υπολογίζεται από τον καιρό των Ενετών. Η μέση ετήσια βροχόπτωση στην Κοντέα είναι πολύ χαμηλή και ανέρχεται στα 324 χιλιοστόμετρα (μέσος όρος περιόδου 1941-1971).  Ωστόσο, η ανόρυξη αρκετών διατρήσεων συνέβαλε στην άρδευση σημαντικών εκτάσεων γης γύρω από το χωριό. Το 1966 κατασκευάστηκαν δύο μικρά εμπλουτιστικά φράγματα συνολικής χωρητικότητας 82000 κυβικών μέτρων νερού.

Τα τελευταία χρόνια το χωριό περιτριγυριζόταν από μεγάλα και μικρά περιβόλια φυτεμένα με λεμονόδεντρα και άλλα οπωροφόρα δέντρα, τα οποία την άνοιξη, όταν ανθούσαν, άπλωναν το μεθυστικό τους άρωμα σε όλο το χωριό.

Πολύ παλαιότερα, από το 1850 περίπου, η Κοντέα άρχισε την αμπελοκαλλιέργεια και με το πέρασμα του χρόνου έγινε γνωστή ανά το παγκύπριο. Το 1966 η συνολική έκταση που κάλυπταν τα λεμονόδεντρα έφτανε τα 115 εκτάρια, ενώ τα αμπέλια το 1971 κάλυπταν μια έκταση 37 εκταρίων. Πάνω στα εύφορα εδάφη της Κοντέας καλλιεργούνταν επίσης τα λαχανικά (πατάτες, ντομάτες, αγγουράκια, καρότα κ.ά.), τα όσπρια, τα σιτηρά, τα κτηνοτροφικά φυτά, οι ελιές και οι πιστακιές.

Αρκετά αναπτυγμένη ήταν και η κτηνοτροφία. Το 1973 υπήρχαν στο χωριό 50 κτηνοτρόφοι, από τους οποίους 7 ήταν χοιροτρόφοι, 7 αγελαδοτρόφοι, 1 πτηνοτρόφος και 35 κτηνοτρόφοι προβάτων και κατσικιών, οι οποίοι ασχολούνταν με την εκτροφή 3263 προβάτων, 789 κατσικιών, 42 αγελάδων, 43 ντόπιων βοδιών και 12955 πουλερικών.

Επειδή η Κοντέα βρίσκεται σε μια πολύ καλή γεωγραφική θέση, στον παλαιό δρόμο Λευκωσίας-Αμμοχώστου, που είναι δύο πολύ δυναμικές πόλεις της Κύπρου και διαθέτει προσοδοφόρες γεωργικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη ραγδαία πληθυσμιακή της ανάπτυξη. Πιο κάτω παραθέτουμε την εξέλιξη του πληθυσμού της Κοντέας μέσα από τις απογραφές που διενεργήθηκαν σε διάφορες περιόδους, από το 1884 μέχρι και το 1973, σύμφωνα με το αρχείο της Κυπριακής Δημοκρατίας:

Απογραφή του 1884: Κατοικίες 87, Κτήρια 2, Άρρενες 196, Θηλυκοί 207, Σύνολο 403.

Απογραφή του 1891: Κατοικίες 113, Άστεγοι 5, Κτήρια 3, Μωαμεθανοί 11, Μη Μωαμεθανοί 244, Σύνολο Άρρενες 255, Θηλυκοί Μωαμεθανοί 14, Θηλυκοί Μη Μωαμεθανοί 232, Σύνολο Θηλυκών 246. Σύνολο 501.

Απογραφή του 1901: Κατοικίες 131, Άστεγοι 12, Κτήρια 10, Μωαμεθανοί 10, Μη Μωαμεθανοί 279, Σύνολο Άρρενες 289, Θηλυκοί Μωαμεθανοί 12, Θηλυκοί Μη Μωαμεθανοί 260, Σύνολο Θηλυκών 272. Σύνολο 561.

Απογραφή του 1911: Κατοικίες 156, Άστεγοι 5, Κτήρια 8, Μωαμεθανοί 8, Μη Μωαμεθανοί 340, Σύνολο Άρρενες 348, Θηλυκοί Μωαμεθανοί 9, Θηλυκοί Μη Μωαμεθανοί 307, Σύνολο Θηλυκών 316. Σύνολο 664.

Η Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 9, σελίδα 295 (Β’ έκδοση, Λευκωσία 2012), δίνει τις εξής πληροφορίες:

Το 1881 οι κάτοικοι του χωριού ήσαν 403, το 1891 ανήλθαν στους 501, το 1901 στους 561, το 1911 στους 664, το 1921 στους 729, το 1931 στους 857, το 1946 στους 1228 (1209 Ελληνοκύπριοι, 13 Τουρκοκύπριοι, 6 άλλων εθνοτήτων και 278 σπίτια), το 1960 στους 1305 και το 1973 στους 1359. Άλλοι τόσοι είχαν μεταναστεύσει στο εξωτερικό και σε άλλες πόλεις της Κύπρου.

 

ΠΩΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΚΟΝΤΕΑ

 

Εκ πρώτης όψεως το όνομα του χωριού φαίνεται ελληνικό, αλλά στην πραγματικότητα είναι καθ’ όλα ξενικό και σ’ αυτό συμφωνούν οι περισσότεροι μελετητές, όπως διαφαίνεται από τις πιο κάτω πληροφορίες που παραθέτουμε.

Νέαρχος Κληρίδης: «Χωριά και πολιτείες της Κύπρου» 1961 σελ. 112, Σίμος Μενάρδος: «Τοπωνυμικόν της Κύπρου» σελ. 76, G. Jeffery: «A Description of the Historic Monuments of Cyprus» 1918 σελ. 199, Αρχιμανδρίτης Κυπριανός: «Ιστορία της Κύπρου» σελ 392).

Το όνομα Κοντέα ανάγεται στην εποχή της Φραγκοκρατίας ( 12ος – 15ος αιώνας ), όπως αναφέρουν οι πιο πάνω μελετητές. Ο τότε βασιλιάς παραχωρούσε σε Γάλλους αξιωματούχους επαύλεις. Μια απ’ αυτές έφερε το όνομα Βικοντέα, επειδή ανήκε σε κόντε ( δηλαδή = κόμη ). Το Βικόντε προήλθε από το vicomte που σημαίνει κατοικία κόμητα. Γύρω από την έπαυλη κατοικούσαν εργάτες που ήλθαν από άλλα μέρη της Κύπρου και εργάζονταν στα κτήματα.  Δεν είναι γνωστά τα ονόματα κόντηδων που κατείχαν την περιοχή κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Πιθανόν να ήταν μέλη της βασιλικής οικογένειας των Λουζινιανών.

Μετά την άλωση της Κύπρου από τους Τούρκους το 1570 – 1571, πολλοί από τους εργάτες της Φράγκικης Βικοντέας παρέμειναν στην περιοχή και σταδιακά ίδρυσαν τον οικισμό που στην περίοδο της Τουρκοκρατίας ονομάστηκε Κοντέζα. Μετά, σταδιακά, πήρε το τελικό της όνομα Κοντέα.

Κοντά στο χωριό, ενάμισι περίπου χιλιόμετρο βορειοανατολικά, υπάρχει μια τοποθεσία που λέγεται «Κοντός». Οι παλαιότεροι έλεγαν ότι στη συγκεκριμένη τοποθεσία υπήρχε χωριό με την ονομασία Κοντός. Δεν υπάρχει μαρτυρία πότε και γιατί καταστράφηκε το χωριό αυτό. Γι’ αυτό και στην περιοχή οι γεωργοί έβρισκαν διάφορα αρχαία αντικείμενα, όπως νομίσματα, αγγεία ακόμη και θεμέλια οικιών. Σύμφωνα με μια εκδοχή, αρκετοί κάτοικοι της Κοντέας κατάγονταν από τον Κοντό. Ανατολικά του Κοντού μέχρι το 1920 υπήρχε ένας «σωρός» πέτρες που λέγεται ότι ανήκαν στην εκκλησία του χωριού, που ήταν αφιερωμένη στην Παναγία τη Γαλακτούσα τη θαυματουργή. Όποια γυναίκα δεν «κατέβαζε» γάλα να θηλάσει το μωρό της, πήγαινε στην εκκλησία, άναβε το καντήλι, προσευχόταν και «κατέβαζε» γάλα. Αργότερα η εικόνα της Παναγίας μεταφέρθηκε στην εκκλησία της Λύσης. Κανείς δεν γνωρίζει ποιος τη μετέφερε εκεί.

Τι έγινε η έπαυλη; Η έπαυλη είναι συνδεδεμένη με τη δημιουργία του χωριού, όπως είδαμε πιο πάνω, αλλά και με την εξέλιξή του στη συνέχεια. Σύμφωνα με τις προφορικές παραδόσεις των κατοίκων, η έπαυλη πέρασε στην εξουσία της Μονής Κύκκου κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας και αργότερα της Αρχιεπισκοπής Κύπρου. Στα 1797 ήταν χωρεπίσκοπος ο ανεψιός του τότε Αρχιεπισκόπου, Χρύσανθος με τον τίτλο: «Χωρεπίσκοπος Ταμασσού». Αυτός φρόντιζε για όλα τα ζητήματα, επειδή ο Αρχιεπίσκοπος ήταν πολύ γερασμένος. Τότε ακριβώς έγινε μια μεγάλη επιδιόρθωση στα κτήρια της έπαυλης, καθώς μαρτυρείται από μια επιγραφή, γραμμένη σε μάρμαρο.

       Ο Ι. Κ. Περιστιάνης, το 1923, γράφει στο βιβλίο του «Κυπριακά Χρονικά» σελ 69:

Η επιγραφή εύρηται επί μαρμάρινης πλακός τετραγώνου τεθειμένης εντός ξυλίνου πλαισίου επί του ξυλίνου στύλου, όστις βαστάζει την οροφήν του προθαλάμου των ανώγαιων οικημάτων της επαύλεως είναι δε γεγραμμένη διά μαύρης μελάνης και είναι έμμετρος εκ 12 αποτελουμένων στίχων:

«ΤΕΡΠΝΟΤΗΤΑ ΓΗΣ ΛΙΠΑΡΑΣ ΚΥΟΦΟΡΟΥ

ΒΛΕΠΕ ΘΕΑΤΑ ΠΟΛΛΩΝ ΧΑΡΙΤΩΝ ΓΕΜΕΙ.

ΡΟΥΣ ΓΛΥΚΥΣ ΠΛΕΙΩΝ ΥΠΕΡ ΑΥΛΑΚΟΣ ΡΕΕΙ

ΔΡΟΣΕΡΟΥ ΛΕΙΜΩΝΟΣ ΕΠΙΠΕΔΟΝ ΑΡΔΕΙ.

ΛΙΓΥΡΟΣ ΕΥΚΡΑΤΟΣ ΑΗΡ ΩΔΕ ΠΝΕΕΙ

ΚΟΙΝΗΝ ΔΕ ΤΕΡΨΙΝ Ο ΧΩΡΟΣ ΟΥΤΟΣ ΦΕΡΕΙ.

ΚΟΝΤΕΑ ΕΣΤΙ ΚΑΙ ΛΕΓΕΤΑΙ ΔΕΟΝΤΩΣ.

ΘΑΛΛΕΙ ΓΑΡ ΦΥΤΟΙΣ ΚΗΠΟΙΣ ΑΛΣΕΣΙ ΔΕΝΔΡΟΙΣ.

ΜΗΔΕΝ ΟΥΣΑ ΠΡΟΤΕΡΟΝ ΝΥΝ ΚΑΛΛΩΠΙΣΘΕΙΣΑ

ΕΥΤΡΕΠΙΣΘΕΙΣΑ ΕΙΣ ΚΑΛΛΟΣ ΤΕ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑ

ΠΑΡΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΑΜΑΣΕΩΝ

ΕΝ ΕΤΕΙ ΑΨΥΖ (1797)

ΑΠΡΙΛΙΟΥ α’ » .

Περιπλέον διατυπούται εκ της συγκρίσεως της άνωθι επιγραφής προς το ειρημένον πωλητήριον έγγραφον του Αρχιεπισκόπου Ιωακείμ ότι οι Τούρκοι εδήμευσαν το μετόχιον αυτό προσωρινώς ίσως κατά τας σφαγάς, ίνα το επιστρέψωσι εις την εκκλησιαστικήν αρχήν επί αδρώ τιμήματι. Ο τέως πρόεδρος Ταμασέων και εν τω των Κιτιέων θρόνον διατελών, δεν ελησμόνησε την Κοντέαν, διότι εδωρήσατο εικόνα του Χριστού με την επιγραφήν: “Μορφουμένου σην εικόνα Θεού λόγε Χρύσανθον Αρχιποιμένα σώζοις Κιτίων”.

Επίσης δώρισε το Επίχρυσο Ιερό Ευαγγέλιο, το οποίο μετά τον εκτοπισμό μας βρέθηκε στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, το 2009, μετά από πληροφορία που πήρε ο συγχωριανός μας Πέτρος Αναστασίου. Βρισκόταν εκεί από το 1991 και κανείς δεν το γνώριζε. Τώρα βρίσκεται στην κατοχή και φύλαξη του Επισκόπου Μεσαορίας κκ Γρηγορίου.

Την επιγραφή που βρισκόταν εντοιχισμένη στα κτήρια της Έπαυλης την είχε φωτογραφίσει και αντιγράψει με ωραίο και καλλιγραφικό τρόπο ο αείμνηστος Ανδρέας Ευριπίδου το 1971, ο οποίος διέσωσε το αντίγραφο μεταφέροντάς το μαζί του στην προσφυγιά. Η πιο πάνω επιγραφή διασωζόταν μέχρι το 1974 μέσα στα κτήρια της έπαυλης, όχι όμως στη θέση που ήταν αρχικά τοποθετημένη.

Πιο κάτω παραθέτουμε τους στίχους, όπως είναι μεταφρασμένοι στη «Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια», σελίδα 297, Τόμος 9 (έκδοση 2013):

Την τερπνότητα της πλούσιας γόνιμης γης,

βλέπε θεατή, που είναι γεμάτη από πολλές ομορφιές,

τρέχει γλυκύ νερό περισσότερο από αυλάκι,

του δροσερού λειβαδιού την πεδιάδα ποτίζει.

Εδώ ευχάριστος εύκρατος αέρας φυσά,

ευχαρίστηση δε σ’ όλους ο χώρος σκορπά.

Είναι η Κοντέα και σωστά φημίζεται

γιατί ανθούν στους κήπους φυτά και δέντρα στα δάση.

Ενώ δεν ήταν όμορφη πρώτα, τώρα εκαλλωπίσθη.

εστολίσθη σε κάλλος και θαύμα

από τον Χρύσανθο, Πρόεδρο Ταμασέων.

Την 1η Απριλίου του έτους 1797

Μετά τις σφαγές της 9ης Ιουλίου 1821 και τη δήμευση της περιουσίας της Αρχιεπισκοπής, μεταξύ των κτημάτων βάσει του σουλτανικού διατάγματος ήταν και το τσιφλίκι της Κοντέας. Τρεις μήνες αργότερα ο διάδοχος του εθνομάρτυρα Κυπριανού, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Ιωακείμ, στις 16 του Οκτωβρίου του 1821, το εξαγόρασε πληρώνοντας στους Τούρκους 12.750 γρόσια. Στις 16 Νοεμβρίου 1823 ο ίδιος Αρχιεπίσκοπος πούλησε το τσιφλίκι στην κυρία Λουΐζα Λαπιέρ για 15.000 γρόσια. Το έγγραφο της πώλησης είναι το εξής:

Ιωακείμ συν Θεώ Αρχιεπίσκοπος

Η μετριότης ημών διά του παρόντος αποδεικτικού γράμματος αποφαινόμενη, δήλον ποιεί ότι κατά την Μεσορίαν ευρισκόμενον Τσιφλίκι, Κοντέζα λεγόμενον, το οποίον έχομεν αγοράσει ημείς από τον Βασιλικόν Μωπασίρη της δημεύσεως των υποστατικών των καρατομηθέντων και φυγάδων ραγιάδων με όλα τα εν αυτώ νερά δύο τρέχοντα, χωράφια, περιβόλια, πρόβατα, βόδια και άλογα και ό,τι άλλο περιέχεται εις αυτά, είτε κινητόν, είτε ακίνητον είτε έμψυχον είτε άψυχον καθώς φαίνεται ειςτο παρά του διαληφθέντος μωσαπίρη δοθέν εις ημάς σενέτι, τούτο λέγειν το τζιφλίκιον καθώς ημείς το αγοράσαμεν από τον μουχαλλαληφάτ, το επωλήσαμεν τώρα προς την Ευγενεστάτην μαδάμ Λοϊζαν Λαπιέρ διά γρ. 15.000 - ήτοι χιλιάδες δεκαπέντε ιδία μεν θελήσει και απαραβιάστως και ελάβομεν την τιμήν αυτού σώαν παρά της ευγενείας της, ώστε δεν έχομεν να ορίσωμεν εις το εξής από το ειρημένον τσιφλίκι ουδέν ίχνος γης ούτε από τα εν αυτώ πράγματα κινητά και ακίνητα και ζώα, αλλά κυρία και εξουσιαστής αυτού είναι η διαμειφθείσα Μαδάμ Λουΐζα Λαπιέρ.  ‘Οθεν εις ασφάλειαν και ένδειξιν δεδώκαμεν εις χείρας της ευγενείας της και το παρόν αποδεικτικόν μας τη ιδία υπογραφή και σφραγίδι εν έτει Α.Π.Η.Γ., Νοεμβρίου 16.

Η υπογραφή του αρχιεπισκόπου + Κύπρου αποφαίνεται (σημ. Η υπογραφή είναι στην παλαιά τουρκική γραφή) («Κυπριακά Χρονικά» σελ. 25 τομ. Α’.)

Ο Ι. Κ. Περιστιάνης στο βιβλίο του «Κυπριακά Χρονικά» σελ. 69 γράφει τα εξής σχετικά με τη χρονολογία πώλησης του τσιφλικιού: «Εν τω Α’ (πρώτω) τεύχει, του επ’ αισίοις οιωνοίς αρξομένου περιοδικού “Κυπριακά χρονικά”, εδημοσιεύθη έγγραφον του Αρχιεπισκόπου Ιωακείμ αναφερόμενον εις το Τσιφλίκι της Κοντέας, όπερ ούτος επώλησε τη Μαδάμ Λουϊζα Λαπιέρ, και όπερ ανήκει έτι εις την οικογένειαν Λαπιέρ. Η χρονολογία όμως του εγγράφου ως εδημοσιεύθη είναι προδήλως ημαρτημένη και δυσνόητος διότι ο Αρχιεπίσκοπος Ιωακείμ διεδέχθη τον εθνομάρτυρα Κυπριανόν το 1821 και διετέλεσεν εν τω θρόνω μέχρι του 1824, έδει λοιπόν η άνωθι χρονολογία να γραφή ΑΩΚΓ (1823) και ουχί ως εδημοσιεύθη (πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους)».

Ο Νέαρχος Κληρίδης στο βιβλίο του «Χωριά και πολιτείες της Κύπρου» που κυκλοφόρησε το 1961, στη σελίδα 112, γράφει σχετικά με το τι αγόραζε η οικογένεια Λαπιέρ: Εκτός του τρεχάτου νερού, είχε 696 σκάλες γη, 77 ελαιόδεντρα, συκιές και μουριές, 285 ζώα, 29 στάβλους και αχυρώνες.

Στον 3ο Τόμο του βιβλίου «Η Κύπρος ανά τους Αιώνες» σελ. 1091, ο Περιηγητής Γουίλλιαμ Τέρνερ γράφει: «30 Οκτωβρίου 1815. Το απόγευμα πήγα με τονκύριο και την κυρία Λαπιέρ η σύζυγος είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη και την γνώρισα εκεί. Ο σύζυγος είναι δραγομάνος στο γαλλικό προξενείο εδώ» (εννοεί στη Λάρνακα...). Το τσιφλίκι από τότε ανήκε στην πλούσια οικογένεια Λαπιέρ, της οποίας το όνομα συνδέθηκε επίσης άμεσα με τα δραματικά γεγονότα του 1821 στην Κύπρο. Ο Γεώργιος Λαπιέρ (1789 – 1846 ), διερμηνέας του γαλλικού προξενείου, κατάφερε να αποκτήσει τεράστια περιουσία εκμεταλλευόμενος τα γεγονότα και τις σφαγές του 1821.

Στο βιβλίο του Γεώργιου Ι. Κηπιάδου του έτους 1888 «Απομνημονεύματα των

κατά το 1821 εν τη Νήσω Κύπρο Τραγικών Σκηνών», (σελίδα 27), γράφει: «Διεσώθη δε εκ του θανάτου και ο Ηγούμενος της Μονής Μαχαιρά Γερμανός, τυχαίως ευρεθείς κατά τον χρόνον τούτον εις το χωρίον Πραστειόν της Μεσαορίας, όν έσωσεν ο Γεώργιος Λαπιέρ, αδρά λαβών χρηματικά λύτρα της ζωής και δώδεκα καμήλους ανηκούσας τω Μοναστηρίω». Στην επόμενη σελίδα γράφει: «Αλλ’ άλλοι όμως κατ’ όνομα Ευρωπαίοι Χριστιανοί….μεθ’ ων συγκαταριθμείται ο Γιακουμέττος Ματέης πρόξενος της Πρωσσίας, και καθ’ α υπό των ειδήσεων Ιστ. Ελλ΄. Κύπρ. Υπό Φ. Γεωργίου, αναφέρεται και ο Διερμηνεύς του Γαλλικού Προξενείου και επιστήθιος φίλος του Ηγεμόνος Γεώργιος Λαπιέρ, όστις καθ’ όλον το διάστημα της απαγχονίσεως και καρατομήσεως του Αρχιεπισκόπου και λοιπών άλλων προυχόντων, διετέλει παρά το πλευρόν του Ηγεμόνος θεώμενος απαθώς τα θύματα.»

Η οικογένεια των Λαπιέρ, ως ιδιοκτήτης του τσιφλικιού, φρόντισε να το επεκτείνει και να προσθέσει σε αυτό μεγάλο αριθμό κτηρίων. Τα πρώτα κτήρια  του τσιφλικιού δεν είμαστε βέβαιοι πότε κτίσθηκαν, σίγουρα όμως πολύ πριν περιέλθει στην κατοχή της οικογένειας Λαπιέρ. Ίσως να έκαναν κάποιες προσθήκες – επεκτάσεις, αναλόγως των αναγκών τους. Το σίγουρο είναι ότι αυτή η οικογένεια για τις θρησκευτικές της ανάγκες έκτισε ένα μικρό εκκλησάκι αφιερωμένο στον Άγιο Αντώνιο, στις αρχές του 20ου αιώνα. Το εκκλησάκι αυτό είναι μόνο το ένα δωμάτιο του όλου κτηρίου με την είσοδό του στο πίσω μέρος. Τα άλλα τρία δωμάτια τα τελευταία χρόνια πριν από την προσφυγοποίησή μας χρησιμοποιούνταν από την κοινότητα ως ιατρείο όπου ερχόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα κυβερνητικός γιατρός.  Στο πίσω μέρος της Φραγκοεκκλησιάς βρίσκεται το κοιμητήριο της οικογένειας Λαπιέρ, όπου είναι θαμμένοι οι ακόλουθοι: (Αλέξανδρος Λαπιέρ) Alexandre Lapierre (1821-1878) και η σύζυγός του (Ατέλα) Adelaide Lapierre (1821-1904), Louise Lapierre (1872-1904), Emile Lapierre (1863-1920), Frederick Diacono

(22-10-1898), Joseph Diacono (13-10-1905), Virginie Diacono 1937, Louis Diacono

28-12-1965.

Ο ευρωπαϊκός τρόπος ζωής και γενικά η όλη συμπεριφορά της οικογένειας των Φράγκων ιδιοκτητών του τσιφλικιού ήταν φυσικό να επηρεάσει και τους Κοντεάτες. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός πως η Κοντεάτισσα γυναίκα ίσως να είναι η πρώτη που βγαίνει στο σανίδι και υποδύεται διάφορους θεατρικούς ρόλους δίπλα στους άντρες. Η κοκόνα Ετμέ, εγγονή του Λαπιέρ, αναγνωρίζοντας τις προοδευτικές ιδέες των Κοντεατών, παραχώρησε την αίθουσα του Ελιόμυλου για τις θεατρικές παραστάσεις. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός ότι πολύ νωρίς χόρευαν μαζί με άνδρες ευρωπαϊκούς χορούς. Άλλο σημείο ήταν «ο κυριακάτικος περίπατος», ο οποίος είχε καθιερωθεί κατά τη δεκαετία του 1940 και σ’ αυτόν συμμετείχε σχεδόν όλο το χωριό, Κοντεάτες και Κοντεάτισσες. Ξεκινούσαν από κάθε σπίτι και κατευθύνονταν προς «την ταπέλλα», όπως λεγόταν το σταυροδρόμι που ένωνε τη Λάρνακα με το Λευκόνοικο και την Αμμόχωστο με τη Λευκωσία.  Αργότερα καθόντουσαν στο κέντρο «Ακρόπολις» για κανένα ποτό ή και διασκέδαση.

Παρουσίαση βιβλίου "Κοντέα Εστί"

Μεταφραστής

Χορός 2015

Συνδέσεις

   

 logo Kondeas

 

Refugee Club Kondeas

Προσφυγικό Σωματείο η Κοντέα

2015